How to say "test" in Greek
τεστ
tɛst
tɛst
Translation:test, тест
Part of speech:noun
The word 'τεστ' is a noun referring to a procedure or examination conducted to assess something or someone.
Grammar
See this word in articles

Επιπλέον, η αύξηση των ιατρικών τεστ στο σπίτι.
Plus, the rise of at-home medical tests.
USA News · Jan 13
Πώς να περάσετε τις εξετάσεις για την κουλτούρα της Κύπρου; Ετοιμάζεστε για ένα σημαντικό τεστ για την υπηκοότητα; Αυτός ο οδηγός δίνει όλες τις πληροφορίες που χρειάζεστε: Πλήρης γνώση για την κουλτούρα, την ιστορία και τις παραδόσεις της Κύπρου.
📘 Как сдать экзамен по культуре Кипра ?
Cyprus News · Dec 18

Χθες στη Λεμεσό ένας μοτοσικλετιστής πέθανε σε τροχαίο ατύχημα.
Вчера в Лимассоле в результате ДТП погиб мотоциклист.
Cyprus News · Nov 7

Πώς μπορεί ένας Λευκορώσος να πάρει άδεια οδήγησης στην Κύπρο; Σύμφωνα με το κυπριακό σύστημα, ένας Λευκορώσος χρειάζεται πρώτα να κάνει αίτηση για την έκδοση άδειας οδήγησης.
Как беларусу получить водительские права на Кипре?
Cyprus News · Nov 5

Μετά από το χθεσινό ατύχημα στην Κύπρο, οι οδηγοί δύο αυτοκινήτων έκαναν τεστ για ναρκωτικά και τα αποτελέσματα ήταν θετικά και για τους δύο.
После вчерашнего ДТП на Кипре водители двух автомобилей прошли тест на наркотики, который дал положительный результат для обоих.
Cyprus News · Sep 27

Στη Λευκωσία, ένας οδηγός αρνήθηκε να κάνει τεστ για αλκοόλ.
В Никосии водитель отказался пройти тест на алкоголь и вместе с пассажиром напал на полицейских, в результате чего пассажир получил ранения, был доставлен в больницу, где ему сделали операцию.
Cyprus News · Sep 6
"test" in other languages
Learn Greek by reading the news
Tap any word in real Greek articles for instant translations, pronunciation, and grammar.