How to say "dangers" in Greek
κίνδυνοι
ˈcinðini
ˈcinðini
Translation:dangers, риски
Part of speech:noun
Refers to situations involving potential harm or adverse effects. Common in discussions about safety or risk assessment.
Grammar
See this word in articles

Μια ομάδα που παρακολουθεί το σύστημα ηλεκτρισμού της χώρας προειδοποιεί ότι η αξιοπιστία του δικτύου είναι "χειρότερη" και οι κίνδυνοι για διακοπές ρεύματος αυξάνονται για εκατομμύρια ανθρώπους.
A group that monitors the nation’s electricity system warns that grid reliability is “worsening” and blackout risks are rising for millions of people.
USA News · Jan 30
Λέγεται ότι τις τελευταίες ημέρες ανάμεσα στην Πάφο και τη Λεμεσό δημιουργήθηκαν αρκετοί υδροστρόβιλοι.
Сообщается, что в последние дни между Пафосом и Лимассолом образовалось несколько водяных смерчей.
Cyprus News · Dec 22
Στην Κύπρο προτείνουν να αυξήσουν την ελάχιστη ηλικία για τη χρήση των κοινωνικών δικτύων στα δεκαέξι έτη, αναφέροντας ότι υπάρχουν κίνδυνοι για την ψυχική υγεία και την ασφάλεια στο διαδίκτυο των εφήβων.
На Кипре предлагают повысить минимальный возраст для пользования соцсетями до 16 лет, ссылаясь на риски для психического здоровья и онлайн-безопасности подростков.
Cyprus News · Oct 8
"dangers" in other languages
Learn Greek by reading the news
Tap any word in real Greek articles for instant translations, pronunciation, and grammar.